5/3/2014
Ο Χειροτονητήριος λόγος του Σεβαμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

ΧΕΙΡΟΤΟΝΗΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ *

 

«Παράδοξα σήμερον εἶδον τά ἔθνη πάντα ἐν πόλει Δαυΐδ,

ὅτε τό Πνεῦμα κατῆλθε τό ἅγιον»[1]

 

     ΣΗΜΕΡΑ, στόν Ἱερό αὐτό Ναό, τοῦ Πολιούχου Ἀθηνῶν Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, συμβαίνει κάτι τό παράδοξο. Μέσα στήν περίοδο τοῦ Τριωδίου τῶν δακρύων, ὅλοι ἐμεῖς, ἱερουργώντας τό μυστήριο τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου, προγευόμαστε τῆς χαρᾶς τοῦ Τριωδίου τῶν ρόδων καί βιώνουμε τό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς. «Παράδοξα σήμερον», λοιπόν: Πεντηκοστή ἐν μέσῳ Τριωδίου. Στή βία τοῦ σύγχρονου βίου ἡ Ἐκκλησία ἀντιπαραθέτει σήμερα, ὅπως καί πάντοτε, τή βιαία πνοή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν τελεσιουργική τῶν πάντων βία καί δύναμη τῆς Πεντηκοστῆς.[2]

 

* * * * * * * * *

Μακαριώτατε,

Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι,

Ἀξιότιμοι Ἐκπρόσωποι τῶν Κυβερνητικῶν καί Τοπικῶν Ἀρχῶν,

Σεβαστοί Πατέρες καί ἀδελφοί μου,

     ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΥΤΗ ΣΤΙΓΜΗ καθίσταμαι κοινωνός τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὑπερβαίνοντας τήν ἱστορική λογική καί ἀκολουθώντας τό μυστήριο τῆς ἀποστολικότητας.[3] Στό ἱερό αὐτό μυστήριο εἶχα τό μοναδικό προνόμιο νά ἐμβαθύνω κατά τή διάρκεια τῆς μέχρι τώρα ἐκκλησιαστικῆς διακονίας μου, καθώς αὐτή ξεδιπλώθηκε στή Θεσσαλονίκη καί στή Βέροια, πόλεις ἀποστολικές ἱδρυμένες ἀπό τόν Μέγα Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν Παῦλο, ὁ ὁποῖος καθαγίασε καί τήν ἱστορική γῆ τῆς Πιερίας μέ τή διέλευση καί τή διδασκαλία του. Ἔτσι, λοιπόν, στέκομαι σήμερα ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ θυσιαστηρίου, προκειμένου νά λάβω τή χάρη τῆς ἀρχιερωσύνης˙ τήν ἀγενεαλόγητη μέν «κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ»,[4] γενεαλογική δέ ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, σέ συνεχῆ καί ἀδιάκοπη διαδοχή τῶν Ἁγίων  Ἀποστόλων. Καί εὑρισκόμενος ἐνώπιόν σας ἔχω ὑπόψη μου αὐτό πού λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Διάλογος. ὅτι, δηλαδή, «δέν εἶναι ταπεινός ἐκεῖνος πού ἀρνεῖται νά γίνει ὁδηγός ψυχῶν, παρόλο πού καλεῖται ἀπό τό θεῖο θέλημα».[5] Καί ἀκριβῶς ὡς θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀποδέχθηκα τήν ἐκλογή μου στό ἐπισκοπικό ἀξίωμα, μεταξύ ἄλλων, κατά πάντα ἀξίων, ἀδελφῶν στήν ἱερωσύνη. Εὐγνωμονῶ, Μακαριώτατε, γιά τήν πρός ἐμέ πατρική σας ἀγάπη καί τήν πρωθιεραρχική σας μέριμνα ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας. Πολλά τά ἔτη σας στόν Ἀρχιεπισκοπό Θρόνο, τόν ὁποῖον ὑπηρετεῖτε μέ πίστη καί φιλοκαλεῖτε μέ σεμνότητα.  Εὐχαριστῶ καί τούς Σεβασμιωτάτους Ἀρχιερεῖς, μέλη τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γιά τήν ὁμόθυμη καί λίαν τιμητική ψῆφο τους. Ἡ πρός τό ταπεινό μου πρόσωπο ἐμπιστοσύνη τους, καθώς ἐκφράστηκε κατά τήν περίοδο αὐτή, πού ὡς Ἐκκλησία ἑτοιμαζόμαστε νά ἑορτάσουμε τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, μοῦ ‘Ἡὑπενθυμίζει ὅτι ἡ Ἀρχιερωσύνη εἶναι κένωση˙ εἶναι σταυρός καί συγκατάβαση Θεοῦ˙ εἶναι δωρέα καί ὄχι δικαίωμα˙ εἶναι σταυρός καί ὄχι αὐτοσκοπός. Αὐτό, ἄλλωστε, μοῦ δίδαξε τό παράδειγμα τῆς θυσιαστικῆς καί καλλίκαρπης ποιμαντορίας τοῦ γέροντά μου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας κ. Παντελεήμονος. Ὁ Θεός ὁδήγησε πρίν ἀπό τριάντα πέντε χρόνια τά βήματά μου κοντά του. Αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης καί ἀναγνωρίσεως κατακλύζουν τόν ἐσωτερικό μου κόσμο, καθώς πολύ κοπίασε γιά τήν κατά Θεό καί κατ’ ἄνθρωπο προαγωγή μου.

     ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΥΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ἀναγνωρίζω δημόσια πόσο ἱερό καί βαρύ εἶναι τό ἔργο, πού ἀναλαμβάνω, καθώς γνωρίζω καλά τήν ἀνεκτίμητη ἀξία πού ἔχει ἡ ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἔχω ἀπόλυτη ἐπίγνωση τῶν δυνατοτήτων μου, καθώς ἐπίσης καί ὅτι δέν εἶμαι τίποτε ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας, παρά τήν ὁποιανδήποτε προσωπική ἀξία ἤ δεξιότητα. Γνωρίζοντας τίς  δυνατότητές μου, ἔχω σαφῆ ἐπίγνωση καί τῶν ἀδυναμιῶν μου. Γι’ αὐτό ἐπικαλοῦμαι τή Σοφία τοῦ Θεοῦ. Αὐτός «ἔγνω τό πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν».[6] Ἀποδεχόμενος τό ἐπισκοπικό ἀξίωμα, ἀποδέχομαι ταυτόχρονα τό σκάνδαλο τῆς κατά Χριστόν μωρίας καί τῆς «ἐν ἀσθενείᾳ» τελειώσεως τῆς δυνάμεώς Του.[7]

     ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΥΤΗ ΣΤΙΓΜΗ δηλώνω ὅτι μία θά εἶναι ἡ ἐπιδίωξή μου ὡς ἐπίσκοπος. Νά γίνω ἀδελφός καί ὑπηρέτης τῶν πιστῶν, κυρίως τῶν νέων. Αὐτοί, ἄλλωστε, ὑπῆρξαν καί τό ἐπίκεντρο τῆς εἰκοσιπενταετοῦς ἱερατικῆς καί ἀκαδημαϊκῆς διακονίας μου. Οἱ παλαιές γενεές βαδίζουν πρός τή δύση τοῦ βίου. Τελειώνει ἡ  σελίδα τῆς ζωῆς τους καί μαζί μέ αὐτήν ἀργοσβύνει ἕνα εἶδος θρησκευτικότητας, πού ὅλοι συνηθίσαμε καί ἀγαπήσαμε. Ἀποτελεῖ, πλέον, κοινή διαπίστωση ὅτι ἡ ἐποχή τοῦ ἐφησυχασμοῦ γιά τήν Ἐκκλησία παρῆλθε ἀνεπιστρεπτί.  Ἔχω ἀπόλυτη συνείδηση ὅτι δέν θά ὑπάρχει γιά μένα ἀσφάλεια μέσα στή λαμπρή ἀπομόνωση τοῦ ἐπισκοπείου. οὔτε μπορεῖ νά μοῦ προσφέρει τίποτε ἡ ὀχύρωση τῶν ἐνεργειῶν μου πίσω ἀπό συνταγματικά πολιτειακά προνόμια καί εὐεργετικές νομοθεσίες, πού ἐκ τῶν πραγμάτων ἐκλείπουν σιγά-σιγά. Γνωρίζω ὅτι ἐλάχιστους ἀνθρώπους πείθει σήμερα ἡ δεσποτική αὐθεντία˙ ὁλοένα καί λιγότεροι ἄνθρωποι συγκινοῦνται ἀπό τή βυζαντινή τελετουργική μεγαλοπρέπεια. Διατηρῶ, λοιπόν, τήν πεποίθηση ὅτι ἡ ἀρχιερατική ἀμφίεση, πού σέ λίγο θά περιβληθῶ, ὅσο λαμπρή καί ἄν εἶναι, δέν θά συντελεῖ σέ τίποτε οὐσιαστικό, ἐάν δέν συνοδεύεται ἀπό πνευματική ἀνανέωση, ἀπό ἐσωτερική ἀνακαίνιση, ἀπό συνεχῆ ἐπαφή μέ τό δημόσιο αἴσθημα, μέ τά φλέγοντα προβλήματα καί τίς ἀγωνίες τοῦ ποιμνίου μου. Ἡ γνώση προχωρεῖ ραγδαῖα, ἡ ἀφύπνιση μᾶς κυκλώνει ἀπό παντοῦ, καλώντας καί μένα σέ διαρκῆ ἀφύπνιση καί ἐπαγρύπνηση. Αὐτό, ἄλλωστε, δηλώνει καί ὁ ὅρος ἐπίσκοπος, τόν ὁποῖο ἀπό σήμερα θά φέρω. Αὐτό μοῦ ὑπενθυμίζει καί ἡ σημερινή μνήμη τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν. Ὄλοι αὐτοί ἔδωσαν τήν καλή μαρτυρία τῆς πίστεως. Μέ ἄλλα λόγια, ἐπισκόπησαν χωρίς νά εἶναι ἐπίσκοποι. Μακάρι, λοιπόν, νά καταστῶ ἐπίσκοπος μαρτυρίας καί διακονίας˙ ὄχι ἐπίσκοπος κενοδοξίας καί ἀνέσεως.[8]  Πρός τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Σουμελιωτίσσης καί ὅλων τῶν Ἁγίων, ἰδιαίτερα τῶν προστατῶν Ἁγίων μου Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα φέρω˙ Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου, στήν Παλαιοχριστιανική  Βασιλική τοῦ ὁποίου στή Θεσσαλονίκη ἀνδρώθηκα ἐκκλησιαστικά καί πνευματικά˙ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, στούς Ἱερούς Ναούς τῶν ὁποίων ἐφημέρευσα σέ Θεσσαλονίκη καί Βέροια˙ τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης, Πολιούχου Κατερίνης˙ τῶν τοπικῶν Ἁγίων τῆς  Ἐπαρχίας, τήν ὁποία καλοῦμαι νά ποιμάνω, Ὁσίου Διονυσίου τοῦ Κοινοβιάρχου τοῦ ἐν Σκήτῃ Βεροίας ἀσκήσαντος καί ἐν Ὁλύμπῳ τελειωθέντος˙ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἀλεξάνδρου τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης καί ἐν Πύδνῃ μαρτυρήσαντος˙ τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ ἐκ Πέτρας Ὀλύμπου καί ἐν Ναούσῃ ἀθλήσαντος.

     ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΥΤΗ ΣΤΙΓΜΗ μέ εὐγνώμονα αἰσθήματα μνημονεύω τούς ἀείμνηστους γονεῖς μου, Χαράλαμπο καί Εἰρήνη, καθώς καί τόν ἀδελφό μου Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι ἀποτέλεσαν τούς κατά σάρκα οἰκογενεῖς μου. Σέ μία ἐποχή κρίσης τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογένειας παιδικές ἀναμνήσεις καί νεανικές ἐμπειρίες, μέσα στή γαλήνια ἀτμόσφαιρα μιᾶς παραδοσιακῆς ὀρθόδοξης καί ἑλληνικῆς οἰκογένειας, θά ἀποτελοῦν πολύτιμη παρακαταθήκη τῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης μου. Μνημονεύω, ὅμως, καί τῶν κατά πνεῦμα μακαριστῶν γεννητόρων μου, Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος τοῦ Χρυσοφάκη, Μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου τοῦ Ὑμνογράφου καί Καθηγητοῦ Ἰωάννη Φουντούλη τοῦ λειτουργιολόγου, οἱ ὁποῖοι πολλά προσέφεραν γιά τήν πνευματική, ἐκκλησιαστική καί ἀκαδημαϊκή μου συγκρότηση. Εὐγνώμονα μνεία ποιοῦμαι χρεωστικῶς καί τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἐλασσῶνος κ. Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον τέλεσε τή μοναχική μου κουρά στήν Ἱερά Μονή Ἁγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, ἀλλά παρακολούθησε ἄγρυπνα, ὡς ἄλλος γέροντας, τήν ἐκκλησιαστική μου πορεία. Δέν παραλείπω νά μνημονεύσω, ἔστω καί ἀνωνύμως, σεβαστούς διδασκάλους καί πανεπιστημιακούς καθηγητές στήν Ἑλλάδα καί στό Ἐξωτερικό, Ἀρχιερεῖς καί λοιπούς κληρικούς κάθε βαθμοῦ, μοναχούς καί μοναχές, ἰδιαίτερα τούς πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Δοβρᾶ Βεροίας, συγγενεῖς καί φίλους, τοπικούς ἄρχοντες ἀπό τή Θεσσαλονίκη, τή Βέροια καί τήν Κατερίνη, συναδέλφους καί φοιτητές μου στήν Ἀνώτατη Ἐκκλησιαστική Ἀκαδημία Θεσσαλονίκης, τούς κατά καιρούς ἐνορίτες μου, τούς συνεργάτες καί τά πνευματικά παιδιά μου. Πρός ὅλους ἐκφράζω αἰσθήματα τιμῆς καί εὐγνωμοσύνης˙ ἐξαιρετικά γιά τόν κόπο τῆς ἐδῶ προσευχητικῆς παρουσίας τους καί τίς ἐκδηλώσεις τῆς πρός ἐμέ πολύτιμης φιλίας τους, πού ἀποτελοῦν τίς προϋποθέσεις μιᾶς ὑγιοῦς κοινωνικότητας, τόσο ἀπαραίτητης γιά τήν ἀρχόμενη ἀρχιερατική διακονία.

     ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΥΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ὑποβάλλω ἀφενός μέν τήν προσήλωσή μου πρός τόν σεπτό Πατριαρχικό Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀφετέρου δέ τόν υἱϊκό μου σεβασμό πρός τόν Προκαθήμενό του, Παναγιώτατο Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο, καί τήν περί Αὐτόν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τῆς Μητρός Ἐκκλησίας. Ἀσπάζομαι, ἐπίσης, νοερῶς τό ἁγιασμένο χέρι τοῦ προκατόχου μου, Σεβασμιωτάτου Γέροντος Μητροπολίτου κ. Ἀγαθονίκου, ὁ ὁποῖος ἐπί 28 ἔτη διακόνησε θεαρέστως  τόν εὐλογημένο λαό τῆς Πιερίας. Ἡ εὐχή του ἄς σκιάζει εὐεργετικῶς τήν ἀρχιερατεία μου. Τό ἐνδιαφέρον μου πρός τό σεβάσμιο πρόσωπό του θά εἶναι ἀμέριστο, ἐνδιαφέρον παιδιοῦ πρός πατέρα.

 

* * * * * * * * *

     ΤΗΝ ΙΕΡΗ ΑΥΤΗ ΣΤΙΓΜΗ σηκώνω ταπεινά τά μάτια μου πρός «τόν ποιμένα καί ἐπίσκοπον τῶν ψυχῶν ἡμῶν»[9] καί προσεύχομαι: «Νομοθέτησόν με, Κύριε, ἐν τῇ ὁδῷ σου καί ὁδήγησόν με ἐν τρίβῳ εὐθείᾳ».[10] Εὐχηθεῖτε, καί σεῖς, Μακαριώτατε, μετά τῶν Ἁγίων συλλειτουργῶν σας καί τοῦ ἐκκλησιάσματος, νά κατέλθει ὁ Παράκλητος ἐν μέσῳ Τριωδίου, γιά τήν προσωπική μου Πεντηκοστή˙ νά κατέλθει, λοιπόν, καί σήμερα τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, προκειμένου:

·       νά κάψει καί νά καθαρίσει˙

·       νά μέ φωτίσει καί νά μέ ὁδηγήσει˙

·       νά ἀνανεώσει ἐμένα προσωπικά καί τούς χριστιανούς τῆς Ἐπαρχίας μου καί

·       νά ἔλθει ἐπί γῆς, γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν».[11] Ἀμήν.



* Ἐκφωνήθηκε ἀπό τόν Ἐψηφισμένο Μητροπολίτη Κίτρους καί Κατερίνης κ. Γεώργιο κατά τήν εἰς ἐπίσκοπο χειροτονία του στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου Ἀθηνῶν τό Σάββατο τῆς Τυρινῆς 1 Μαρτίου 2014.

[1] Α΄ στιχηρό αἴνων Πεντηκοστῆς.

[2] Πρβλ. Εἱρμός γ΄ ὠδῆς Κοιμήσεως Θεοτόκου. Βλ. καί Μελίτωνος, Μητροπ. Γέροντος Χαλκηδόνος, Λόγοι καί Ὁμιλίαι, [Ἁγιορειτικά Τετράδια, 7], ἔκδ. Πανσέληνος, Ἅγιον Ὄρος 1991, 77.

[3] Πρβλ. 1ο στιχηρό ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς.

[4] Ψαλμ. 109,4. Βλ. Ἑβρ. 5,6 καί 10. 6,20˙ 7,11 καί 17.

[5] Regula Pastoralis, 1,6.

[6] Ψαλμ. 102,14.

[7] Βλ. Α΄ Κορ. 1,24 καί Β΄ Κορ. 12,9.

[8] Βλ. Μελίτωνος, ὅ. π., 72-73.

[9] Α΄ Πέτρ. 2,25.

[10] Ψαλμ. 26,11.

[11] Φιλιπ. 4,7

Επιστροφή